Η νέα σελίδα της Πέγκυς είναι γεγονός!
info@peggyzina.com

Koutipandoras.gr: Η δημοφιλής σύγχρονη λαϊκή τραγουδίστρια σε μία αποκλειστική χειμαρρώδη συνέντευξη

https://www.koutipandoras.gr/article/synenteyxi-pegky-zina-sto-kouti-tis-pandoras?fbclid=IwAR1HI2qr_xWXKf_Yv0iG-PGpvnkueRK159uNMJt7oa8UWk8iJDvpIIRjRCw

«Δεν απαγορεύω σε κάποιον να έχει απόψεις, όταν αυτές όμως γίνουν ακραίες, δεν συνεργάζομαι μαζί του!»

Η δημοφιλής σύγχρονη λαϊκή τραγουδίστρια σε μία αποκλειστική χειμαρρώδη συνέντευξη

Αιτία για να μάθω κάποτε την τραγουδίστρια Πέγκυ Ζήνα, δεν ήταν τα τραγούδια της, αλλά μία κόντρα της στον Τύπο με καλλιτέχνες από το αντίπαλο στρατόπεδο, το λεγόμενο «έντεχνο». Έπρεπε να περάσουν μερικά χρόνια ώστε να απενοχοποιήσω κι εγώ τη λαϊκή διασκέδαση, ως συναίσθημα και ως συνθήκη, για να εκτιμήσω έτσι μία εξαιρετική φωνή (φωνή – αλφάδι για την ακρίβεια).

Ύστερα ήρθαν οι συνεργασίες με τον Δημήτρη Μητροπάνο, τον Μάνο Ελευθερίου και τελευταία με τον Μίκη Θεοδωράκη και τη Λαϊκή Ορχήστρα που φέρει τ’ όνομα του σημαντικότερου εν ζωή Έλληνα συνθέτη. Μαζί σχεδόν ήρθε και η συνεργασία με τον Νότη Σφακιανάκη, το ύφος του οποίου δεν συνάδει αν μη τι άλλο με τους προαναφερόμενους δημιουργούς.

Όφειλα να ρωτήσω για όλα αυτά την Πέγκυ Ζήνα και εκ των υστέρων απολογούμαι αν τη «στρίμωξα» λίγο παραπάνω απ’ ότι θά’πρεπε. Η ίδια, πάντως, τα πήγε περίφημα στη συζήτηση μας. Ίσως γιατί είναι αυτό που λέμε «ορίτζιναλ» λαϊκή καλλιτέχνιδα, μία τραγουδίστρια «ψημένη» στη νύχτα εδώ και 25 χρόνια, με τις δικές της απόψεις. Πάνω απ’ όλα αποφαίνεται ένας ήρεμος άνθρωπος που απολαμβάνει μια στρωτή οικογενειακή ζωή, όπως και τη ζεστή επαφή με ένα κοινό που την αγαπά και την ακολουθεί πιστά. Η Πέγκυ Ζήνα σε μία έξω απ’ τα δόντια συνέντευξη αποκλειστικά στο koutipandoras.gr:

Ας ξεκινήσουμε με το «Μαμά», ένα από τα καινούργια τραγούδια σας. Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος μού είχε πει πως η μάνα είναι κάτι σπουδαίο για τον καθένα, αλλά αδιάφορο για τους γύρω του. Συμφωνείτε;

Όλα στη ζωή μας εξαρτώνται από τη μαμά. Τα πάντα! Η σχέση με τη μητέρα μας καθορίζει όλη τη ζωή μας, τη σχέση μας με τους υπόλοιπους ανθρώπους και αργότερα με τα δικά μας παιδιά, ακόμη και τη σχέση μας με τους συνεργάτες μας και με την ίδια τη δουλειά που επιλέγουμε.

Αναφέρεστε σε μία προστατευτική, μητρική σχεδόν, συμπεριφορά απέναντι στους συνεργάτες σας;

Μπορεί μέχρι και αυτό, αν υποτεθεί – σύμφωνα με τους νόμους της ψυχολογίας – πως όλες οι συμπεριφορές μας γενικότερα καθορίζονται από τη σχέση μας με τη μάνα. Παρόλο που τα κορίτσια έχουν συνήθως αδυναμία στον πατέρα και τα αγόρια στη μητέρα, τελικά δεν έχει να κάνει καθόλου με το φύλο.

Μιλήστε μου λίγο για τη μητέρα σας. Ήταν κι εκείνη τραγουδίστρια.

Έχω μία μαμά, Στέλλα Χρυσικοπούλου τη λένε, που έκανε το ίδιο επάγγελμα με μένα και μπορεί έτσι να μη βρέθηκα τυχαία σ’ αυτή τη δουλειά.

Σίγουρα, βάσει των όσων είπατε πριν.

Έζησα σαν παιδί και τα καλά και τα άσχημα της δουλειάς. Οι τραγουδιστές τότε δούλευαν περισσότερο, αλλά εμένα δεν μου έλειψε η ασφάλεια και η αγάπη της οικογένειας. Οι γονείς μου ήταν μαζί μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος, όταν έχασα τον πατέρα μου στα 15 μου χρόνια. Αυτή η αγάπη με ακολουθεί για πολλά χρόνια.

Είχε κάνει δισκογραφία η μητέρα σας;

Ναι, χωρίς ποτέ να γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό. Τότε ήταν πολύ πιο δύσκολο απ’ ότι σήμερα να γίνει κάποιος γνωστός, αν δεν αποφάσιζε κάποιος άλλος να τον «κάνει», είτε δισκογραφικός παράγοντας, είτε συνθέτης. Αν δεν είχες την τύχη να σ’ ανακαλύψει ένας συνθέτης και να σε βγάλει στη δουλειά αυτή, θα έπρεπε να στηριζόσουν κατά πολύ στο ρεπερτόριο σου. Δεν ήταν τόσο σημαντικό το αν τραγουδούσε κάποιος καλά, όσο το τι τραγούδια έλεγε.

Ωστόσο, μπήκατε από πολύ νωρίς στη δουλειά έστω με το μάτι του παρατηρητή.

Ως κοριτσάκι έβλεπα όλους τους μεγάλους τραγουδιστές που έρχονταν πολύ συχνά κι άκουγαν τη μαμά μου, δηλώνοντας της τη μεγάλη τους εκτίμηση. Μεγάλωσα μ’ αυτό, το ότι η μαμά μου ήταν μία πάρα πολύ καλή τραγουδίστρια. Δεν με ένοιαζε που δεν είχε γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό, ούτε που δεν είχε την τύχη να την ανακαλύψει κάποιος συνθέτης.

Εκεί αρχίσατε να συνειδητοποιείτε ότι πιο σημαντικό είναι το όποιο ταλέντο παρά οι δημόσιες σχέσεις;

Εκτός απ’ αυτό, συνειδητοποίησα και πόσο μάταιο είναι νά’χεις πολύ ταλέντο και για χ – ψ λόγους να μην πετύχεις. Αυτός ήταν ο λόγος που μεγάλωσα, αντιπαθώντας αυτή τη δουλειά, μη θέλοντας επίσης να γίνω τραγουδίστρια. Βέβαια στη ζωή λένε ποτέ μη λες ποτέ…

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Κατάγεστε από τα Γιάννενα. Πάτε καθόλου σήμερα;

Η καταγωγή μου είναι από τα Γιάννενα, από κει ήταν ο μπαμπάς μου, αλλά εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα. Πήγαινα τα καλοκαίρια στις διακοπές μου, σε ένα χωριό λίγο έξω απ’ τα Γιάννενα. Σήμερα πηγαίνω λιγότερο συχνά, έτσι, για να επισκέπτομαι το τελευταίο σπιτάκι του μπαμπά.

Σαν μια ανάγκη σύνδεσης με το παρελθόν;

Όχι, γιατί δεν ήταν οι ρίζες μου εκεί, απλά οι διακοπές μου. Θυμάμαι να περνάμε τα καλοκαίρια με τον μπαμπά μου, τη γιαγιά μου και τον παππού μου, γιατί η μαμά συνήθως δούλευε. Έχοντας χάσει αυτά τα τρία αγαπημένα μου πρόσωπα, είχα τόσο έντονη θλίψη που έμενα στα Γιάννενα, αλλά όχι στο σπίτι εκείνο. Πάω καμιά φορά και βλέπω συγγενείς, αλλά για μια μέρα το πολύ, κάθομαι δηλαδή και φεύγω.

Σημασία έχουν οι τόποι ή οι άνθρωποι;

Νομίζω οι άνθρωποι, οι άνθρωποι…Αυτοί σε δένουν με τους τόπους.

Μπορεί να μη θέλατε να γίνετε τραγουδίστρια, όπως είπατε, αλλά με το που τελειώσατε το σχολείο δουλέψατε στο θέατρο.

Έγιναν περίεργα τα πράγματα. Όταν ήμουν 15 ετών, ο Τέρης Σιγανός πήγαινε στο σπίτι της θείας μου και νονάς μου, επίσης τραγουδίστριας, για να της έκανε δίσκο. Εκεί μ’ άκουσε και έμελλε να μου δώσει ένα τραγούδι ασύμβατο με τη φωνή που διαθέτω! Ένα πολύ αστείο τραγούδι, το «Αν πας με άλλη θα σου σπάσω το κεφάλι», που με κυνηγάει, αλλά δε μπορούσα να μην το πω στα 19 μου. Ο Μητροπάνος μου έλεγε: «Θα σταματήσει να σε κυνηγάει όταν τ’ αποδεχθείς».

Και που το λέτε τώρα, μία αποδοχή είναι.

Δεν το κρύβω, δεν κρύβεται, γιατί δυστυχώς είχε γίνει μεγάλη επιτυχία (γέλια). Ο Σιγανός, λοιπόν, με είχε ακούσει να παίζω πιάνο και να τραγουδάω στα 15 μου, διότι παίζω πιάνο από τα 5 μου χρόνια. Σπούδασα τζαζ πιάνο και χορό στον Μεταξόπουλο. Μου άρεσε το τραγούδι απ’ την άποψη της έκφρασης των συναισθημάτων. Ήμουν ένα παιδί χωρίς άλλα πάθη, του στυλ «άντε να βγω με τις παρέες μου» ή «να πιω τα ποτάκια μου», δεν είχα τέτοια…Εγώ ανυπομονούσα να πάει η ώρα 5 με 8, ώρες μη κοινής ησυχίας, να κοπανάω το πιάνο και να τραγουδάω. Δεν ήθελα απλά να το κάνω επαγγελματικά, θεωρώντας τον χώρο αυτό αθέμιτα ανταγωνιστικό και ευκαιριακό. Αγαπούσα περισσότερο το θέατρο και δοθείσης ευκαιρίας έκανα δυο – τρεις σεζόν σε θέατρο. Έχοντας κερδίσει χρονιά, τελείωσα τη «Jeanne d’ Arc» στα 17, αντί στα 18, και τό’κανα για χόμπι το θέατρο, από τα 17 μέχρι τα 19 μου. Στα 19 μου ήταν που ο Βαγγέλης Σειληνός μου είπε: «Για μένα, πρέπει ν’ ακολουθήσεις το τραγούδι». Σημειωτέον, όλα τα θεατρικά που συμμετείχα ήταν μιούζικαλ, πάντα τραγουδούσα δηλαδή.

Πώς πήγε έτσι κι αυτός ο άνθρωπος, νέος, πάνω σε εγχείρηση καρδιάς…

Το ξέρω, ναι…Δεν ήμασταν πολύ δεμένοι, αλλά τον έχω πάντα στην καρδιά μου γιατί μου έδειξε το δρόμο μου. Είχε πει στον Θεοδοσιάδη τον μαέστρο: «Κλείσ’της δουλειά να αρχίσει να εργάζεται ως τραγουδίστρια». Κουβαλάω μέσα μου τον Σειληνό για δύο λόγους: Πρώτον, μου έδειξε τον δρόμο μου ένας άνθρωπος που εκτιμούσα και σεβόμουν και, δεύτερον, με μάλωνε όταν αργούσα για δέκα λεπτά στην πρόβα. Με μάλωνε τόσο, που γύρναγα κι έλεγα «Συγγνώμη, έχετε κάτι μαζί μου;»

Παραήταν αυστηρός δηλαδή.

Πολύ, μ’ έκανε ρεζίλι μπροστά σε όλους! «Δεν θα κάνεις τίποτα σοβαρό στη ζωή σου αν δεν είσαι συνεπής» μου φώναζε…Στο τέλος της σεζόν πάντα μού έλεγε: «Όχι, δεν έχω τίποτα μαζί σου. Σου βάζω χέρι γιατί πιστεύω σε σένα και γιατί έχω προσδοκίες από σένα». Μ’ αυτή τη συμπεριφορά, παρόλα αυτά, πιστεύω ότι έγινα καλή επαγγελματίας. Δεν έχω καλή σχέση με το χρόνο και μετά από 25 χρόνια στη νύχτα, το βιολογικό μου ρολόι έχει αλλάξει. Ειδικά από τότε που έγινα μαμά, το δικό μου βιολογικό ρολόι λειτουργεί ανά τρίωρο.

Άρα, για να βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά, ο Τέρης Σιγανός με τον Βαγγέλη Σειληνό δεν σας νουθέτησαν ταυτόχρονα.

Όχι, ο Σιγανός με είχε δει στην ίδια πολυκατοικία με τη θεία μου και μού’λεγε «Εσένα εγώ θα σε κάνω τραγουδίστρια». Του απαντούσα: «Ξέχασε το». Με τον Σειληνό δούλεψα αργότερα, μετά το σχολείο. Τέλος πάντων, ο Σιγανός μου έκανε εκείνο τον πρώτο δίσκο με τον Άκη Γκολφίδη στην παραγωγή και στην ηχοληψία.

Που θα τον είδατε σαν μία ευκαιρία για δυναμική είσοδο στο χώρο, έτσι;

Με την απόσταση των χρόνων πια, κατάλαβα ότι αισθανόμουν κάπως σαν να έπρεπε να αρπάξω την ευκαιρία. Είναι σαν να πνίγεσαι, να περνάει ένα ελικόπτερο και να μην κρατιέσαι απ’ αυτό για να σωθείς…Ήτανε μία ευκαιρία μεγάλη! Ο δίσκος δεν έκανε μεγάλη επιτυχία, απλά το κομμάτι αυτό, επειδή ήταν αστείο και σλόγκαν, έγινε κατευθείαν γνωστό.

Πως διαχειριστήκατε την εύκολη διασημότητα;

Εμένα τότε δεν μου άρεσε το τραγούδι αυτό. Σήμερα το αποδέχομαι ως ένα τραγούδι, που είχε μεγάλη πλάκα, απλά κάπου είχα μεγαλώσει απότομα, βασικά μετά το θάνατο του πατέρα μου. Έγινα λίγο άντρας της οικογένειας, απέκτησα άλλο ρόλο. Παρόλο που στην ηλικία ήμουν ένα χαριτωμένο παιδάκι που από κανέναν δεν κρατιόταν και κανένας δεν το επέβαλλε στο χώρο, βρέθηκα να με πιστεύει ξαφνικά κάποιος, να τον ακολουθώ και να «γίνομαι». Ένα αστείο τραγούδι που τότε δεν μπορούσα να μην το πω…Υπήρχε κι η εταιρεία που έλεγε «Εμάς αυτό το τραγούδι – σλόγκαν μας ενδιαφέρει». Ε, δεν ήμουν κι εγώ θρασύς, είχα και καλή παιδεία απ’ το σπίτι κι απ’ το σχολείο. Το σχολείο το λέω πάντα γιατί τ’ αγαπώ πάρα πολύ. Ήταν ένα σχολείο που έδινε βάση περισσότερο στην αγωγή του ανθρώπου που θα έβγαινε στην κοινωνία και λιγότερο στις μαθησιακές του ικανότητες. Με ενδιαφέρει και μένα η κόρη μου να γίνει ένας καλός άνθρωπος παρά μία διάνοια. Έτσι, λοιπόν, είπα: «Δε μπορεί εγώ τώρα να βγάζω γλώσσα σε ανθρώπους πετυχημένους για χρόνια στο χώρο. Ποια είσαι εσύ για να πεις »δεν μ’ αρέσει αυτό το τραγούδι;», μήπως έχεις κι άλλη επιλογή;» Εντάξει, δεν μου είπαν να κάνουμε μαζί δίσκο ο Σταύρος Ξαρχάκος ή ο Αντώνης Βαρδής κι εγώ είπα όχι για να κάνω το «Αν πας με άλλη», μην τρελαθούμε κιόλας…

Ωραία τα λέτε.

Μπήκα σ’ ένα ρόλο, έχοντας δουλέψει κοντά στον Σειληνό ή και τη Νατάσσα Γερασιμίδου. Την πρόλαβα τη Νατάσσα! Φωνάρα και ασύλληπτο ταλέντο! Η Γερασιμίδου είχε δυνατότητες όπερας, τεράστια φωνή με τζαζ επιρροές. Όταν η Νατάσσα Γερασιμίδου ήθελε να τραγουδήσει, σώπαιναν μέχρι και τα πουλιά! Πολύ καλόψυχος και δοτικός άνθρωπος επίσης! Τι είχα μάθει, λοιπόν, απ’ όλους αυτούς; Να υπηρετώ ρόλους. Θέλω να πω ότι εγώ το ρόλο μου στον πρώτο μου δίσκο τον υπηρέτησα όσο καλύτερα μπορούσα!

Σαν ηθοποιός;

Ακριβώς. Δεν ήμουν όμως ο εαυτός μου. Τον εαυτό μου άρχισα να τον βρίσκω απ’ το δεύτερο δίσκο και μετά με τα τραγούδια του Αλέκου Χρυσοβέργη σε στίχους του Σπύρου Γιατρά. Ένας άλλος δάσκαλος που μου έμαθε να ακουμπάω την ψυχή μου πάνω στο λαϊκό τραγούδι ήταν ο Αλέκος. Μετά όλα ήρθαν σιγά – σιγά. Έγινε το ξέπλυμα και ακολούθησε μια σταθερή ανοδική πορεία, που ήταν αργή. Σε οχτώ χρόνια μέσα καθιερώθηκα.

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Το λαϊκό τραγούδι είναι θέμα βιωμάτων;

Ξεκάθαρα! Εγώ έχω τη στόφα της τραγουδίστριας μ’ αυτό που λέμε λαϊκό αίσθημα, δεν είμαι η αμιγώς λαϊκή τραγουδίστρια. Είμαι πιο πολύ ερωτική τραγουδίστρια και γι’ αυτό το μεγαλύτερο μέρος του ρεπερτορίου μου είναι το είδος της μπαλάντας. Το λαϊκό τραγούδι το αγαπώ και το εμπεριέχω σαν την παράδοση μας. Είμαι πιστή του λαϊκού τραγουδιού κι έχω μελετήσει πάρα πολύ τους λαϊκούς συνθέτες. Αγαπώ το δωρικό λαϊκό τραγούδι.

Όπως;

Τον Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίο έχουμε τα τελευταία χρόνια μια ωραία συνεργασία και κάνουμε πολλές συναυλίες με τη Λαϊκή Ορχήστρα του. Στις 2 Απριλίου κλείσαμε και ένα γύρισμα με τα «Λαϊκά» του Θεοδωράκη για την «Αυλή των Χρωμάτων» της Καμπάκογλου! Αγαπώ επίσης τον Άκη Πάνου, τον Ξαρχάκο, τον Τσιτσάνη, τον Ζαμπέτα, όπως και τον μεγάλο «παριζιάνικο» συνθέτη μας, τον Σπανό, που τον λατρεύω. Η συνεργασία μου με τον Κώστα Χατζή, ακόμη, με δίδαξε πολλά: Την ιστορία της παλιάς αφηγηματικής μπαλάντας. Κομβικό σημείο, πάντως, και αποκορύφωμα της καριέρας μου θεωρώ τη συνεργασία με τον Δημήτρη Μητροπάνο.

Κι από τραγουδιστές;

Μου αρέσει η Βίκυ Μοσχολιού, ο Καζαντζίδης, ο Μητροπάνος. Είμαι πιο πολύ στο δωρικό τρόπο ερμηνείας του Μητροπάνου, του Στράτου, του Μπιθικώτση.

Σας έχουν πει ότι ερμηνεύετε «ανδρικά»;

Ναι, το πιστεύω. Μα κι οι τραγουδίστριες που θαυμάζω «ανδρικά» ερμήνευαν και ερμηνεύουν, από τη Μοσχολιού μέχρι την Αλεξίου. Ειδικά στα ζεϊμπέκικα τους, ακούς ανδρικό αίσθημα.

Να σας πω ένα άλλο: Πρωτάκουσα για σας από τον Μάνο Ελευθερίου σε μια παλιότερη συνέντευξη του. Τον είχαν ρωτήσει αν θα σας έγραφε ποτέ τραγούδια. Απάντησε: «Η Πέγκυ Ζήνα είναι μια καλή τραγουδίστρια κι αν είναι να πλήρωνα έτσι το ενοίκιο μου και τα φάρμακα μου, δέκα ποιητικές συλλογές θα της έγραφα»…

Η συνέντευξη αυτή πρέπει να ήταν πριν γνωριστούμε μάλλον. Τον Μάνο Ελευθερίου τον γνώρισα το 2008 από τον κουμπάρο μου, τον Ηλία Ψινάκη. Τον καλέσαμε να έρθει να μας ακούσει στο «Vox», ήταν αμέσως μετά τη συνεργασία μου με τον Πασχάλη Τερζή και πριν απ’ αυτήν με τον Μητροπάνο. Ήταν Ιχθύς κι αυτός, γιατί μιλούσαμε για την ευαισθησία του ζωδίου μας. Είχα πάρα πολύ τρακ γιατί είχα γνωρίσει έναν απ’ τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές κι έναν άνθρωπο υπέροχο. Με πόνεσε πολύ η απώλεια του Μάνου…Στα γενέθλια μου μού έκανε δώρο ένα στίχο του, το «Όταν σωπαίνει ένα κορμί», που έγινε και ο τίτλος του επόμενου δίσκου μου. Μου έδωσε τρία υπέροχα τραγούδια, αλλά βασικά μου έγραψε ένα ποπ τραγούδι με τον Γιώργο Σαμπάνη. Ο Σαμπάνης κλήθηκε για να βάλει μουσική στο στίχο του Μάνου, δεν ήταν δηλαδή ότι έγραψαν από κοινού.

Γιατί εσείς ή η εταιρεία σας ή δεν ξέρω ποιος άλλος, έχοντας στα χέρια σας τους στίχους του Ελευθερίου, δεν αναζητήσατε έναν συνθέτη αντάξιο του; Σας ερωτώ χωρίς να μειώνω την αξία του Σαμπάνη, καθώς αποτελεί κομμάτι της προσωπικής σας ιστορίας…

Με τον συγκεκριμένο συνθέτη, όμως, κάναμε τον δίσκο μου τότε. Με τον Σαμπάνη, επίσης, κάναμε κάτι σημαντικό για μένα με το κομμάτι «Αναθεώρησα»: Δεν ήταν συνηθισμένο ένα ποπ τραγούδι να περιέχει στίχο που να μην είναι ευτελής! Η λέξη «Αναθεώρησα» εμπεριείχε ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα ζωής και άρα μια πρόταση! Το συμβατικό ίσαμε τότε ήταν ν’ ακούς έναν μεγάλο στιχουργό μελοποιημένο από ένα μεγάλο συνθέτη. Σημειωτέον, είχα κάνει και στον προηγούμενο δίσκο τραγούδια με τον αγαπημένο μου Νίκο Αντύπα σε στίχους της Ελεάννας Βραχάλη. Δυστυχώς υπήρχαν, τότε τουλάχιστον, κάποια σύνορα που δεν ξέρω αν υπάρχουν τώρα στη ζωή μου. Για να είμαι ειλικρινής, μιλάω για τα στεγανά που εμένα μου τα κατέρριψε ο Μητροπάνος. Και ο ίδιος σαν άνθρωπος, αλλά ως δια μαγείας καταρρίφθησαν κι απ’ τους άλλους μόλις συνεργάστηκα με τον Μητροπάνο. Ξαφνικά άνοιξαν πολλές πόρτες για μένα και έγινα αποδεκτή. Δεν ήταν ότι πριν δεν τραγουδούσα καλά, αλλά ο Μητροπάνος ήταν μεγάλο κεφάλαιο. Έτσι ακριβώς ήταν κι ο Μάνος Ελευθερίου, σιχαινόταν να φοράει παρωπίδες. Μαζί δείξαμε στη νεολαία που χοροπήδαγε με ποπ τραγούδια πώς δεν είναι ανάγκη αυτά να έχουν υποχρεωτικά ευτελή και εύπεπτο στίχο. Θεωρώ ότι πάντα μπορείς να κρατάς την αξιοπρέπεια σου και νά’σαι ταυτόχρονα μεσ’ στα πράγματα.

Δεν έχετε άδικο. Σκέφτομαι τώρα πως ο Ανδρέου και ο Χρονάς όταν έγραψαν «Το πρόβλημα μου εισ’ εσύ» για την Τσαλιγοπούλου, ένα εναλλακτικό ποπ κομμάτι κάνανε από κοινού.

Ακριβώς. Και τώρα τελευταία έγινε και μόδα κιόλας, ένα mix »εναλλακτικών» και »εμπορικών».

Κάτι σας είχε «πιάσει» εσάς τότε…

Εγώ τότε άκουσα πολλά!

Απαντούσατε όμως και μένα, ξέρετε, μου αρέσουν οι άνθρωποι που δεν θέλουν να τά’χουν με όλους καλά.

Δεν είναι σωστό, μωρέ, γιατί εμείς είμαστε και λίγο πρότυπα. Εγώ τότε είχα πληγωθεί γιατί είχε γραφτεί κάτι για μένα σε μία εφημερίδα, χωρίς να έχω πειράξει συνάδελφο, όπου ξαφνικά όλοι άρχισαν τα πυρά εναντίον μου! Μα λόγω του Ελευθερίου, μα λόγω της συνεργασίας μου με τον Μητροπάνο, μα το ένα, μα το άλλο…Στην αρχή ως θυμωμένο παιδί άρχισα ν’ απαντάω. Μετά, όταν μου περνούσαν τα νεύρα κι έβλεπα τις απαντήσεις μου με τη μεγέθυνση όλων των πραγμάτων, μετάνιωνα. Δεν ταίριαζε με την αγωγή μου, έλεγα «Δεν τά’λεγα στους φίλους μου καλύτερα πόσο με στενοχώρησε και με θύμωσε αυτό που είπε εκείνος;» Δεν είχα λόγο να κάνω κι εγώ ότι κατηγορούσα, να μιλήσω δηλαδή άσχημα δημοσίως.

Ίσως υπήρχαν τα στεγανά που λέγατε πριν, το «έντεχνο» απ’ τη μία, το «λαϊκό της πίστας» απ’ την άλλη.

Ναι, υπήρχαν. Δε μπορούσα να το καταλάβω, γιατί εγώ τα προγράμματα μου στις πίστες τα έστηνα με μεγάλη συνέπεια, επαγγελματισμό και σεβασμό απέναντι στα τραγούδια. Ευτυχώς, αν και δεν είμαι παιδί του internet, οφείλω να ομολογήσω και κάποια θετικά του: Βλέπω live επανεκτελέσεις από μένα που είναι αξιοπρεπέστατες και με κάνουν περήφανη. Ξέρετε, είναι βραδιές που εσύ τραγουδάς κι ο άλλος σε «τραβάει» από κάτω, δεν πρόκειται για μία εκπομπή που πας οργανωμένη και όλα τα «χτενίζεις». Ή τραγουδάς καλά ή δεν τραγουδάς και μετά κρύβεσαι πίσω από φράσεις του στυλ «Εγώ δεν είμαι τραγουδιστής, είμαι ερμηνευτής» ή «εμένα δεν με νοιάζει να πατάω νότες, μ’ ενδιαφέρει μόνο η ψυχή» και διάφορα τέτοια. Υπάρχουν ερμηνείες που δεν είναι καλλίφωνες, αλλά με μάγεψαν ως καταθέσεις ψυχής, προσωπικά ωστόσο δε μου φτάνει μόνο αυτό εμένα!

Έχετε καλή σχέση με τις νότες;

Ναι (γέλια), αγαπημένη!

Να είστε σωστή όταν τραγουδάτε. 

Επειδή ίσως απ’ τα 5 μου παίζω πιάνο…Πάντως, πλέον μού συγχωρώ να μου φύγει και κάποια νότα πάνω σ’ ένα λυγμό μου.

Είστε τόσο λεπτολόγος;

Ναι, είμαι, έχω στενή σχέση με τις νότες. Κάποια στιγμή άρχισα να ανακαλύπτω και τη μαγεία του να μην τις ακολουθείς, προκειμένου ν’ αποδώσεις τον συναισθηματισμό ενός στίχου. Με λίγα λόγια, δεν είμαι αγύριστο κεφάλι και όσο μεγαλώνω θεωρώ υποχρέωση μου να αναθεωρώ. Εκεί που πρέπει να μένουμε πιστοί είναι μόνο στα ήθη και τις αξίες μας. Όχι σε άλλα πράγματα, να είμαστε ισχυρογνώμονες. Κατάλαβα πως μερικά τραγούδια μπορούν ν’ αποδοθούν και ως θεατρικοί μονόλογοι.

Όπως ερμηνεύει, ας πούμε, η Τάνια Τσανακλίδου.

Είμαι φανατική οπαδός της Τσανακλίδου, δεν υπάρχει περίπτωση να μην πάω να τη δω δυο – τρεις φορές όπου θα εμφανιστεί! Κι όταν δεν εμφανίζεται, μου λείπει! Σαφώς αγαπώ τους ερμηνευτές αυτής της χώρας, αγαπώ όμως και τους τραγουδιστές και δεν θέλω οι μεν να βρίζουν τους δε. Ευτυχώς αυτό δεν ισχύει τόσο σήμερα, μόνο που εγώ μπήκα μεταξύ αυτών που πολεμήθηκαν.

Γνώμη μου είναι πως και πάλι το χρήμα, ο καπιταλισμός αν θέλετε, ήταν πίσω από τέτοιου είδους κόντρες. Η αγορά του «εντέχνου» ήθελε απλά να χτυπήσει την αγορά της «πίστας». Τίποτα άλλο.

Κι εγώ το πιστεύω. Πλέον είμαι ήρεμη, ευτυχισμένη και κατασταλαγμένη.

Συναντηθήκατε ποτέ με την Ελένη Τσαλιγοπούλου μετά από εκείνα τα πυρά που ανταλλάξατε;

Όχι, δεν έχω συναντηθεί με την Ελένη.

Θα θέλατε;

Ναι, θα ήθελα πολύ! Είναι κάτι που έτσι όπως δημιουργήθηκε, έτσι και λύθηκε. Δημιουργήθηκε μέσα από τα ΜΜΕ, διογκώθηκε και σε επόμενες συνεντεύξεις μας, νομίζω ότι το αφήσαμε πίσω, το λύσαμε. Εύχομαι να λυθεί κι από κοντά, γιατί υπάρχει εκτίμηση!

Πάντως είχαν ανταλλαχθεί χαρακτηρισμοί που αφορούσαν την εξωτερική εμφάνιση ενός καλλιτέχνη, πράγμα που θα ήθελα να σχολιάσετε σήμερα.

Κι αυτό είχε ξεκινήσει από τη συνέντευξη ενός άλλου καλλιτέχνη. Είχε πει: «Εγώ δεν κάνω την ίδια δουλειά με την Πέγκυ Ζήνα γιατί δεν είμαι των spa, του solarium» και χίλια δυο άλλα, μέχρι και για αποτριχώσεις μίλησε! Το μόνο που δεν είχε αναφέρει ήταν το πόσο καλή τραγουδίστρια είμαι (γέλια). Περσινά ξινά σταφύλια…Με κάτι απάντησα βέβαια κι εγώ, γι’ αυτό σας λέω, δεν αξίζει…Αυτό που με τσάντιζε και σε μένα ήταν οι ρατσιστικές συμπεριφορές. Δεν μου αρέσουν οι ρατσιστικές συμπεριφορές! Μου απαγορεύω να κρίνω έναν άνθρωπο από την εμφάνιση του! Τον κρίνω μόνο απ’ το πνεύμα του και για μένα όμορφος άνθρωπος είναι αυτός που όταν σου μιλάει, στάζουν τα λόγια του σοφία και τα μάτια του έχουν μια γλύκα. Άμα τον ευχαριστεί κάποιον το πολύ φαγητό, καλά κάνει. Ο άνθρωπος που του αρέσει το φαγητό και το στερείται, είναι ένας κομπλεξικός άνθρωπος! Και δυστυχής! Ο κάθε άνθρωπος ας είναι ευτυχισμένος με όποιον τρόπο θέλει να είναι! Είναι δυνατόν να κρίνουμε έναν καλλιτέχνη απ’ την εμφάνιση του; Αγαπώ επίσης τους γκέι ανθρώπους και δεν τους ξεχωρίζω, δεν τους θεωρώ «κατηγορία». Μα να καταπιέζεται ένας άνδρας που δεν του προκαλεί τίποτα το άγγιγμα μίας γυναίκας; Να καταπιέζεται σ’ όλη του τη ζωή να είναι με μια γυναίκα, να κάνει παιδιά μαζί της και να ψεύδεται απέναντι και σ’ αυτά; Τα θεωρώ τρομερά ρατσιστικά όλα αυτά κι εγώ τον έζησα το ρατσισμό απ’ την ανάποδη: Κάποτε, πριν 10 – 15 χρόνια, αμφισβητούσαν τις φωνητικές μου ικανότητες γιατί ήμουν ένα καλοστεκούμενο κοριτσάκι! Επειδή έτυχε να έχω μια καλοφτιαγμένη εμφάνιση, εσύ πρέπει να εστιάζεις εκεί; Δε με νοιάζει αν ένας τραγουδιστής έχει πολλά κιλά! Κιλά πολλά μπορεί να έχει στη φωνή του; Εγώ εκεί υποκλίνομαι!

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Αν κάτι έχετε κατακτήσει πλέον στο χώρο είναι ο καλός λόγος που ακούγεται στο όνομα σας. «Αυτή είναι καλή τραγουδίστρια» έχω ακούσει να λένε πολλοί συνάδελφοί σας.

Μεγάλη κατάκτηση είναι, ναι. Τους ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου. Ο Σταμάτης Κραουνάκης με είχε στηρίξει πολύ τότε στον κανιβαλισμό για τη συνεργασία μου με τον Μίκη Θεοδωράκη.

Το γνωρίζω, «Κάτω τα χέρια απ’ την Πέγκυ Ζήνα» είχε γράψει δημόσια!

Τον θεωρώ το μεγαλύτερο συνθέτη της γενιάς του παρέα φυσικά με τη Λίνα Νικολακοπούλου. Με είχε ανακαλύψει από 22 – 23 ετών, όταν είχα δοκιμάσει το «Αυτή η νύχτα μένει», αλλά δεν ταίριαζε στο ντουμπλάζ με την ηθοποιό Αθηνά Μαξίμου. Ήταν να το πω εγώ και τελικά το είπε πολύ ωραία η Δήμητρα Παπίου, που ταίριαζε η φωνή της με την εμφάνιση της ηθοποιού. Εγώ δηλαδή τό’λεγα καλά, αλλά η χροιά μου ήταν ακόμα άγουρη για ένα τόσο «βαρύ» τραγούδι. Πρόσφατα το είπαμε αγκαλιά live με τον Σταμάτη, που πήγα και τον είδα!

Ξέρετε τι γίνεται τώρα; Τόση ώρα μιλάμε για Μάνο Ελευθερίου, Θεοδωράκη, Κραουνάκη, το κομμάτι όμως της δισκογραφίας και των live σας έχει ταυτιστεί με καλλιτέχνες της «άλλης όχθης», σαν τον Νότη Σφακιανάκη.

Όταν εγώ βγήκα στο τραγούδι και του έκανα support, ο Σφακιανάκης πουλούσε 300.000 δίσκους σε κάθε κυκλοφορία του. Είχε ένα καταπληκτικό ρεπερτόριο με πανέμορφα λαϊκά τραγούδια του Χρυσοβέργη και μπαλάντες του Γιώργου Μουκίδη, που έμελλε να γίνει και μένα ο βασικότερος συνεργάτης – συνθέτης μου. Έχω κάθε δικαίωμα να διαφωνώ μαζί του, αλλά η προσωπική μας γνωριμία μου επιτρέπει να μην κάνω δημόσιες δηλώσεις και ότι έχω να του πω, να το κάνω προσωπικά. Απ’ την άλλη, αν έκανα το αντίθετο, δεν θα λειτουργούσα κι εγώ ρατσιστικά;

Για μένα όχι!

Για σένα όχι…Ας πω τότε ότι εγώ συνεργάστηκα μαζί του γιατί μου άρεσε το ρεπερτόριο του. Τραγούδια που θα τα έλεγε ο Στράτος Διονυσίου, αν ζούσε. Από κει και πέρα, ο ίδιος είναι υπεύθυνος για τα λεγόμενα του.

Ακούστε, θεωρώ ηθικό και πανανθρώπινο καθήκον κάθε καλλιτέχνης να στηλιτεύει τόσο ακραίες και ρατσιστικές απόψεις σαν του Νότη Σφακιανάκη. Η εποχή είναι ύποπτη, δολοφονίες γίνονται εν ονόματι φυλετικών «υπεροχών».

Η θέση μου είναι ότι δεν πρέπει οι καλλιτέχνες να έχουν φωναχτές πολιτικές θέσεις. Η μουσική είναι η γλώσσα που ενώνει όλους τους λαούς.

Η μουσική ως τέχνη παύει να υφίσταται, όταν στους χώρους της γίνεται πανηγυράκι της Χρυσής Αυγής.

Συμφωνώ, διότι έτσι παύουμε να είμαστε καλλιτέχνες και γινόμαστε κάτι άλλο που δεν είναι αυτή η δουλειά μας.

Μπορεί ένας καλλιτέχνης να μη «φωνάζει» τις πολιτικές του θέσεις, η αισθητική του όμως να αποτελεί από μόνη της πολιτική πρόταση.

Φυσικά! Ο Δημήτρης Μητροπάνος, ας πούμε! Ή και ο Μίκης Θεοδωράκης, γιατί πάντα θα περάσουμε απ’ τον ίδιο, πριν από κάθε συναυλία, απ’ τον μεγάλο μας Μίκη, να μας δώσει τα φώτα του!

Αυτό είναι υπέροχο. Εσείς τραγουδήσατε Θεοδωράκη με το ταλέντο σας, με την αποδοχή απ’ τον κόσμο. Είπατε τραγούδια που σφράγισαν η Φαραντούρη, ο Μπιθικώτσης, τραγούδια με ιστορική μνήμη. Ο Νότης Σφακιανάκης θα μπορούσε, λέτε, να τραγουδήσει Θεοδωράκη;

Εννοείτε πως για να τραγουδήσεις Θεοδωράκη πρέπει νά’σαι αριστερός;

Εννοώ πως για να τραγουδήσεις Θεοδωράκη δεν πρέπει νά’σαι φασίστας!

Σ’ αυτό συμφωνώ…Μ’ αυτή τη συναισθηματική θέση εγώ τραγουδώ τα τραγούδια του.

Απ’ την άλλη, κατανοώ πως μπορεί να μη θέλετε αυτή τη στιγμή να δυσαρεστήσετε μία μεγάλη μερίδα του κοινού σας. 

Όταν κάποιος έχει έντονες πολιτικές θέσεις και σε βρει αντίθετο, όντως θα τον δυσαρεστήσεις. Αν μπορείς, λοιπόν, να μην μπεις σε αντιπαράθεση μαζί του και να του δείξεις ότι κατανοείς, τα πράγματα απλουστεύονται. Προσέξτε, κατανοώ δεν σημαίνει και ότι συμφωνώ ή συνηγορώ. Σέβομαι δηλαδή τη θέση σου, αλλά απαιτώ να σεβαστείς και τη δική μου που μπορεί να μη συμφωνούν. Όσο αυτό δεν επηρεάζει εμένα, θα επιλέξω το δρόμο της αγκαλιάς. Δε θα ήθελα, αν ο Κατράκης με την Καρέζη είχαν διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις…

Που δεν είχαν ειδικά αυτοί οι δύο…

Θέλω να πω, αν είχαν διαφορετικές πολιτικές απόψεις, δεν θα ήθελα να στερηθώ ένα σπουδαίο έργο που απαιτεί δύο τεράστιους καλλιτέχνες. Θα ήταν κρίμα κι άδικο να μη συνεργάζονταν. Είναι, επομένως, καθαρά καλλιτεχνικό το κριτήριο μου. Δεν είναι ότι θέλω να γίνομαι αρεστή σε όλους, προτιμώ τους χαμηλούς τόνους. Και για να το κλείσουμε, δεν μπορώ να απαγορεύσω σε κάποιον να έχει απόψεις, μπορώ όμως όταν αυτές γίνουν ακραίες, να μη συνεργάζομαι μαζί του!

Κατάλαβα! Ελπίζω να μη σας κάνω τη ζωή δύσκολη με μία συνέντευξη…

Μ’ αρέσει που μ’ έχετε δυσκολέψει, μ’ αρέσει, έχει ενδιαφέρον!

Αντώνης Μποσκοΐτης – Πέγκυ Ζήνα

Ας πάμε τώρα στην αγάπη που παίρνετε απ’ τον κόσμο.

Αρκετές φορές το ίδιο το σύστημα, έτσι όπως λειτουργεί, σε κάνει να θες να τα παρατήσεις. Εκεί έρχεται η αγάπη του κόσμου και το πόσα έχουμε μοιραστεί τόσα χρόνια! Έτσι δεν τα παρατάω, εφόσον μπορώ ακόμη να γεννώ συναισθήματα στον κόσμο με τη φωνή μου. Δε λέω με τα τραγούδια μου, γιατί αυτό είναι και θέμα τύχης. Το αν θα έρθουν στη ζωή μου κι άλλα μεγάλα και υπέροχα τραγούδια είναι θέμα τύχης, όπως και θέμα καθρέφτη της κοινωνίας μας. Αν κοιτάξουμε προς τα πίσω, οι κοινωνίες και οι εποχές γεννάνε τα τραγούδια. Εμείς τώρα ζούμε την εποχή της κρίσης και του διαδικτύου…

Και της φτώχειας.

Και της φτώχειας, σίγουρα, αλλά δε μπορεί να γνωρίζονται οι άνθρωποι μέσω διαδικτύου και ν’ απαιτούμε να γράφονται μεγάλα τραγούδια. Το να τραγουδήσω «Χάθηκες απ’ τη ζωή μου, δε μπορώ να σ’ αγγίξω, έφυγες» κλπ. κάτι μπορεί να μου περιγράψει, το «Δεν μου έκανες like στη φωτογραφία που ανέβασα», όμως, εμένα δεν θα με συγκινήσει ποτέ. Ή θα πρέπει να λέω στίχους παλιακούς με τα σημερινά δεδομένα, οπότε θα γίνω αδιάφορη, ή θα πρέπει να ευτελιστώ βάσει της εικόνας της κοινωνίας μας, του τύπου «Δεν μου έκανες like κι εγώ σε μπλοκάρω» (γέλια). Δεν γίνεται εγώ να τα τραγουδήσω αυτά! Θα πάρω, λοιπόν, τους μεγάλους συνθέτες μας και τους στιχουργούς και θα τους τραγουδάω όσο μου δίνουν οι ίδιοι την άδεια. Θα λέω, επίσης, τραγούδια καινούργια που δεν θίγουν την αξιοπρέπεια μου και τον τρόπο μου ν’αγαπώ. Στον καινούργιο μου δίσκο δεν έχω επανεκτελέσεις, έχω νέα ερωτικά τραγούδια. Στα live μου θυμάμαι όλα τα παλιά τραγούδια και φτιάχνω όμορφο ρεπερτόριο.

Με την τόση εμπειρία σας πια, όταν σας δίνεται ένα νέο τραγούδι, ξέρετε εκ των προτέρων αν θα γίνει «σουξέ»;

Όχι, όχι πια. Μη γίνομαι άδικη, έχω ακούσει πολλά ωραία τραγούδια καλλιτεχνών του έντεχνου, που δεν έκαναν επιτυχία. Υπάρχουν υπέροχα τραγούδια της Μποφίλιου, του Θανάση Παπακωνσταντίνου και του Μάλαμα που τα ξέρει μια συγκεκριμένη μερίδα κοινού και όχι όλη η Ελλάδα. Σ’ ένα δίσκο με 12 – 15 τραγούδια, παρατηρούμε να γίνονται γνωστά τα 2 μόνο. Δεν μπορούμε να απορρίψουμε τα άλλα! Ακόμα και τα πιο εύπεπτα και χαρούμενα τραγούδια, αυτά με περιορισμένο χρόνο ζωής, όταν κάνουν επιτυχία τη δεδομένη στιγμή που βγαίνουν, δικαιώνονται! Για να κάνουν επιτυχία άγγιξαν τις ευαίσθητες χορδές κάποιου κόσμου. Δεν απορρίπτω τους καλλιτέχνες – διασκεδαστές που κυνηγούν την επικαιρότητα κι είναι και πετυχημένοι σ’ αυτό. Άλλο πάλι κι αυτό με τα views! «Πόσα views έχεις εσύ;» με ρωτούσαν, «Τι είναι views, τι εννοείτε;» απαντούσα πριν από τέσσερα χρόνια. Να ενώνεις τον κόσμο με ένα τραγούδι στο μαγαζί που δεν έχει views και τ’ άλλο, που έχει, να το τραγουδάς μόνο σε τίποτα μουσικά βραβεία για 16χρονα!

Η δημιουργία οικογένειας ήταν προορισμός σας;

Ήμουν προορισμένη πάντα για σχέση. Ήμουν πλασμένη για σχέση, μονογαμική και πιστή. Έτσι μεγάλωσα. Ήμουν με τον Γιώργο Λύρα και δεν είναι τυχαίο ότι κάναμε μαζί παιδί μετά από 11 χρόνια. Δεν θεωρούσαμε διαταγή της κοινωνίας να παντρευτούμε άμεσα, εφόσον ζούσαμε μαζί και αγαπιόμασταν. Ο Γιώργος με στήριξε πάρα πολύ κι ενώ συζούσαμε απ’ την αρχή της καριέρας μου, ασχολήθηκε επαγγελματικά μαζί μου μετά τα πέντε χρόνια. Κατάλαβε ότι δεν τό’χα…Καθόλου…Δεν μπορούσα ούτε να διεκδικήσω, ούτε να πάω παρακάτω. Έτσι τα καταφέρνουμε μαζί πιο καλά, παντρευτήκαμε στα 11 χρόνια και από απόλυτη επιλογή κάναμε την κόρη μας. Ξέραμε πως εκείνος ήθελε να’μαι εγώ η μαμά του παιδιού του κι εγώ ήθελα εκείνον για μπαμπά του παιδιού μου. Και να χώριζα δηλαδή, πάλι ο Γιώργος θα’θελα να’ναι ο πατέρας του παιδιού μου. Είναι πολύ σημαντικό αυτό! Όταν κάναμε το παιδί, δεν δουλεύαμε πια έξι κι εφτά μέρες, αλλά μόνο δύο. Πάντα και παντού μαζί δουλεύουμε, στήνει όλα τα προγράμματα μου μέχρι τον τελευταίο μουσικό.

Δεν πειράζει, δεν είναι δουλειά του καλλιτέχνη όλα αυτά.

Κανονικά, ναι, δεν είναι. Ούτε για οικονομικά πρέπει να μιλάει ένας καλλιτέχνης, γιατί όλα αυτά τού αφαιρούν το καλλιτεχνικό του στοιχείο.

Πλέον διεκδικείτε χρήματα;

Όχι εγώ…Προσπαθώ να κρατήσω κι εδώ τη ρομαντική πλευρά της δουλειάς που επέλεξα να κάνω, γιατί δεν τη θεωρώ δουλειά. Αν ποτέ έρθει η στιγμή που θα τη θεωρήσω δουλειά και αρχίσω να το κοστολογώ, πάει, τελείωσε! Εξ ου και οι καλύτερες συνεργασίες μου δεν είναι αυτές που έχω πάρει τα περισσότερα λεφτά. Δεν υποτιμώ τα χρήματα, καθώς σου διευκολύνουν τη ζωή και σου δίνουν την ευκαιρία να σπουδάσεις το παιδί σου. Τα δέχομαι σαν αμοιβή των κόπων μας, όλοι πρέπει να πληρωνόμαστε για οποιαδήποτε δουλειά κάνουμε. Έχει να κάνει και με την αυτοεκτίμηση μας. Κανόνας της ψυχολογίας είναι κι αυτός και το ξέρω επειδή κάνω ψυχοθεραπεία.

Αυτόν τον καιρό;

Τώρα μόνο όποτε το χρειαστώ, έκανα όμως ψυχοθεραπεία συστηματικά. Είμαι περήφανη γι’ αυτό!

Τι σας οδήγησε στην ψυχοθεραπεία;

Όταν έγινα μαμά, δε μπορούσα να το διαχειριστώ.

Περάσατε επιλόχειο κατάθλιψη;

Όχι, γιατί ήμουν τόσο χαρούμενη και τό’θελα τόσο πολύ! Έζησα «κλασικά» όλη αυτή την περίοδο. Έπρεπε απλά να γυρίσω στο χώρο λίγο νωρίτερα απ’ ότι ήμουν έτοιμη και οι γύρω μου, στο χώρο, στη δουλειά, σαν να μην ήταν έτοιμοι με τη σειρά τους να αποδεχτούν τη μητρότητα μου. Μου έπεσε βαρύ όλο αυτό κι ήταν η περίοδος που άρχισε να χαλάει η νύχτα. Να μπαίνουν άνθρωποι που δεν τους σεβόμουν πάρα πολύ…

Τυχάρπαστοι.

Τυχάρπαστοι! Να αυτοαποκαλούνται επιχειρηματίες! Εγώ, ξέρετε, μέχρι και τη συνεργασία με τον Μητροπάνο, δούλευα στη νύχτα με επιχειρηματίες που δεν ήταν άνθρωποι της νύχτας. Δούλεψα με σπουδαίους επιχειρηματίες και μέχρι τότε μού πήγαιναν όλα μαγικά. Με τον δε Μητροπάνο τα είχα όλα! Να μου εξηγεί κιόλας πόσο δύσκολα περνούσαν εκείνοι στα δικά τους τα χρόνια.

Πόσο καιρό κάνατε ψυχοθεραπεία;

Πέντε – έξι χρόνια. Με βοήθησε πάρα πολύ. Μαθαίνεις τον εαυτό σου και καταλαβαίνεις για ποιο λόγο σε πειράζουν κάποια πράγματα. Το σημαντικότερο που κέρδισα είναι η κατανόηση της συμπεριφοράς των άλλων και το να βλέπω το πίσω απ’ αυτό που φαίνεται. Υπάρχουν περιπτώσεις που πίσω από μία επιθετική συμπεριφορά μπορεί να κρύβεται ένας πολύ ευαίσθητος και πληγωμένος άνθρωπος.

Φάρμακα χρειάστηκε να πάρετε ποτέ, έστω αγχολυτικά;

Όχι, ποτέ. Είμαι λίγο αντίθετη σ’ αυτά εκτός αν μιλάμε για ψυχιατρική θεραπεία. Όταν ένας ψυχίατρος κρίνει ότι κάποιος νοσεί, αυτό είναι άλλο. Εκεί πρέπει να εμπιστευτείς τον ψυχίατρο σου. Στη δική μου περίπτωση θα έλεγα ότι τα φάρμακα θα ήταν σαν να βάζεις το δάχτυλο στην άκρη της βρύσης χωρίς να την κλείνεις.

Αξιοθαύμαστο το ότι με 25 χρόνια στη νύχτα, όπως δηλώσατε, δεν μπλέξατε με καταχρήσεις.

Ποτέ. Άντε να πιω ένα – δυο ποτηράκια κρασί που μου αρέσει. Η δική μου η γενιά ήταν λίγο της γυμναστικής, όταν άρχισαν να μπαίνουν στην άκρη οι καταχρήσεις και να γίνονται της μόδας τα γυμναστήρια και οι διατροφολόγοι. Ως παιδί έλεγα τότε: «Τελικά η Βίσση και ο Ρουβάς μάς έχουν βάλει σ’ ένα πολύ καλό τριπάκι» (γέλια) Ήταν πρότυπα καλής υγείας, αλλά κατά τη γνώμη μου τις καταχρήσεις πρέπει κανείς να τις κρατάει για τον εαυτό του και να μην το πουλάει με τη συμπεριφορά του, διότι έτσι γίνεται επικίνδυνος για την κοινωνία ολόκληρη. Παλιά τους καλλιτέχνες που ήταν γνωστοί για τις καταχρήσεις τους, το σύστημα τους πέταγε απ’ έξω, όχι ως εκδίκηση, αλλά μάλλον ως σωφρονισμό. Σαν να τους έλεγε «Συμμορφώσου, γιατί δεν θα μπεις στο πάνθεο των μεγάλων»!

Σωπάτε τώρα, οι μεγαλύτεροι λαϊκοί καλλιτέχνες μεσ’ στις καταχρήσεις ήταν!

Δεν υπήρξαν πρώτης γραμμής, όμως, αν το καλοσκεφτείτε. Είχαν πάντα λιγότερα απ’ αυτά που τους αναλογούσαν.

Ο αείμνηστος ο Μητροπάνος, ας πούμε, δεν είχε έφεση στο αλκοόλ; Γνωστά πράγματα είναι αυτά.

Εγώ τον Μητροπάνο τον γνώρισα μετά την περιπέτεια της υγείας του και δεν έπινε καθόλου. Λίγο πριν «φύγει», είχε κόψει και το τσιγάρο. Έπινε γαλλικό καφέ με αφρόγαλα, ιδιαίτερη συνταγή. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε περάσει δια πυρός και σιδήρου και μου τά’λεγε, με συμβούλευε. Μάγκας που βγήκε αλώβητος! Για μένα, τα πάθη μας πρέπει να’ναι ελεγχόμενα, δεν πρέπει ποτέ να μας καταβάλουν και να μας αλλοιώνουν. Οι καλλιτέχνες που πίνουν ή που παίρνουν ναρκωτικά απλά δε μπορούν να διαχειριστούν είτε τον ανταγωνισμό, είτε τη γρήγορη επιτυχία. Είναι ευαίσθητοι άνθρωποι. Μακαρίζω τον εαυτό μου που με μεγάλωσαν με αγάπη για πέντε ζωές και που ο Γιώργος ήταν σύντροφος και μπαμπάς μου ταυτόχρονα, προφυλάσσοντας με από τέτοιες καταστάσεις. Θυμάμαι, ακόμη, τον μπαμπά μου να είμαι εγώ 12 χρονών και να μου βάζει να βλέπω κάποιες ταινίες της εποχής: Τα «Τσακάλια», «Πανικός στα σχολεία» με τη μαμά μου να φωνάζει: «Τι δείχνεις του παιδιού;» Της απαντούσε «Άσ’την να μάθει»…Μεγάλωσα κάπως με το φόβο των ουσιών. Εύχομαι για όλους να έβρισκαν τη δύναμη να ξεκόψουν από τέτοιες κακοτοπιές. Τους στέλνω αγάπη και θετική ενέργεια.

Πόσα χρόνια είχατε να κάνετε καινούργιο δίσκο;

Τρία χρόνια, γιατί αυτός ο δίσκος περιέχει μαζεμένα παλιότερα κομμάτια συν μερικά καινούργια.

Τι προσδοκάτε απ’ την παρούσα έκδοση;

Είμαστε σε μεταβατικό στάδιο. Ήξερα ότι τα μισά τραγούδια θα πάνε χαμένα.

Σκληρό δεν ακούγεται;

Είναι πολύ σκληρό. Πρόλαβα την εποχή που το CD αποτελούσε δώρο! Που έπαιρνες το CD του Μητροπάνου ή της Αλεξίου και λαχταρούσες να διαβάσεις το προσωπικό τους σημείωμα, το booklet, τις ιστορίες των τραγουδιών, τους στίχους γραμμένους…Τώρα πια με πονάει που τα αυτοκίνητα δεν παίρνουν CD player, αλλά στικάκια. Με το τωρινό CD, μέχρι να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα της εποχής, θέλω να ευχαριστήσω αυτούς τους ανθρώπους που με ακολουθούν.

Ένα τραγούδι του 1980 με τη Στέλλα Χρυσικοπούλου, μητέρα της Πέγκυς Ζήνα

Ας κλείσουμε όπως ξεκινήσαμε, με το τραγούδι «Μαμά». 

Είναι ένα αληθινό τραγούδι που μιλάει για την αγάπη της μάνας, που την έχουμε όλοι δεδομένη κι έτσι είναι το σωστό.

Η δική σας η μάνα χαίρεται με την εξέλιξη της καριέρας σας;

Νιώθει ότι έχει πάρει το αίμα της πίσω, κατά το «του παιδιού μου η καριέρα, δυο φορές καριέρα μου». Ωστόσο, ένα άλλο τραγούδι που ξεχωρίζω απ’ το νέο δίσκο είναι το «Αν θα συναντηθούμε ξαφνικά», επειδή μ’ αφήνει πιστή σε ότι πρεσβεύω ως καλλιτέχνιδα.

Κυρία Πέγκυ Ζήνα, όταν τα χρόνια θά’χουν περάσει, πως θα θέλετε να σας μνημονεύουν οι άνθρωποι;

Ως Κυρία, ως καλό άνθρωπο και ύστερα ως μία τραγουδίστρια που άγγιξε τις ψυχές τους σε ότι και αν τραγούδησε.

Με το χέρι στην καρδιά, πιστεύετε ότι τα τραγούδια σας θ’ ακούγονται απ’ τις επερχόμενες γενιές;

Δεν ξέρω αν θ’ ακούγονται όλα, αλλά πιστεύω ότι γύρω στα 20 τραγούδια μου θ’ ακούγονται για πάντα.

Πολύ σας ευχαριστώ.

Κι εγώ, διότι μάλλον σας έδωσα την καλύτερη μέχρι σήμερα συνέντευξη μου.

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

* Το καινούργιο άλμπουμ της Πέγκυς Ζήνα με τίτλο «Έλα» κυκλοφορεί σε όλα τα φυσικά και ψηφιακά καταστήματα από τη MINOS EMI/ UNIVERSAL

** Ευχαριστούμε το «Black Duck Multiplarte» (Χρήστου Λαδά 9Α, Αθήνα) για τη φιλοξενία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Πέγκυ Ζήνα2018 | Ελα